chancellor

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

chancellor (en)

  1. o καγκελάριος
  2. ο γραμματέας ενός βασιλιά ή ευγενή
  3. τίτλος ανώτερων πολιτικών, εκκλησιαστικών ή πανειστημιακών αξιωματούχων