chenapan
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| chenapan | chenapans |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]chenapan (fr) αρσενικό
- (παρωχημένο) ή (οικείο) αλητάκος, αλάνης, παλιόπαιδο
| ενικός | πληθυντικός |
| chenapan | chenapans |
chenapan (fr) αρσενικό