παλιόπαιδο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παλιόπαιδο παλιόπαιδα
γενική παλιόπαιδου παλιόπαιδων
αιτιατική παλιόπαιδο παλιόπαιδα
κλητική παλιόπαιδο παλιόπαιδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλιόπαιδο < παλιο- + παιδί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παλιόπαιδο ουδέτερο

  1. παιδί με κακή συμπεριφορά, ανάγωγο ή με κακό χαρακτήρα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]