ανάγωγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἀναγωγός, ἀνάγωγος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανάγωγος ανάγωγη ανάγωγο
γενική ανάγωγου ανάγωγης ανάγωγου
αιτιατική ανάγωγο ανάγωγη ανάγωγο
κλητική ανάγωγε ανάγωγη ανάγωγο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανάγωγοι ανάγωγες ανάγωγα
γενική ανάγωγων ανάγωγων ανάγωγων
αιτιατική ανάγωγους ανάγωγες ανάγωγα
κλητική ανάγωγοι ανάγωγες ανάγωγα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. ανάγωγος < αν- στερητικό + αγωγή, ελληνιστική κοινή ἀνάγωγος
  2. ανάγωγος < αναγωγή, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική irréductible

Open book 01.svg Επίθετο 1[επεξεργασία]

ανάγωγος -η -ο

  1. που δεν έχει λάβει σωστή αγωγή, αγενής, αναιδής


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο 2[επεξεργασία]

ανάγωγος -η -ο

  1. (μαθηματικά) (για κλάσματα) που δεν μπορεί να απλοποιηθεί περισσότερο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]