Μετάβαση στο περιεχόμενο

brat

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
brat brats

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

brat (en)



Βοσνιακά (bs)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

brat (bs)



Κροατικά (hr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

brat (hr)



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

brat (pl) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Σερβικά (sr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

brat (sr)

  • λατινική γραφή του брат



Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

brat (sk)

  • brat - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025



Σλοβενικά (sl)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

brat (sl)