σκατόπαιδο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκατόπαιδο σκατόπαιδα
γενική σκατόπαιδου σκατόπαιδων
αιτιατική σκατόπαιδο σκατόπαιδα
κλητική σκατόπαιδο σκατόπαιδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκατόπαιδο < σκατο- + -παιδο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκατόπαιδο ουδέτερο

  1. παιδί που έχει κακό χαρακτήρα και ενοχλεί τον κόσμο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]