cholera

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkɒləɹə/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cholera (en)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xɔ.ˈlɛ.ra/
cholera 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cholera (pl) θηλυκό

  1. η χολέρα

Επιφώνημα[επεξεργασία]

cholera (en)

  1. δείχνει εκνευρισμό (εκλεπτυσμένη χυδαιότητα)