circumvent
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | circumvent |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | circumvents |
| αόριστος | circumvented |
| παθητική μετοχή | circumvented |
| ενεργητική μετοχή | circumventing |
Ρήμα
[επεξεργασία]- καταστρατηγώ
With bribes, he managed to circumvent the law.
- Με δωροδοκίες κατάφερε να καταστρατηγήσει το νόμο.