Μετάβαση στο περιεχόμενο

clean as a whistle

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
 δείτε τις λέξεις clean, as, a και whistle

Έκφραση

[επεξεργασία]

clean as a whistle (en)

  1. πεντακάθαρος
  2. δεν έχω εμπλακεί σε άνομη πράξη

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • as clean as a whistle