Μετάβαση στο περιεχόμενο

whistle

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
whistle whistles

whistle (en)

  1. η σφυρίχτρα
    παράδειγμα  The referee finally blew the whistle to stop the game.
    Ο διαιτητής επιτέλους σφύριξε για να σταματήσει το παιχνίδι.
  2. ο ήχος του σφυρίγματος
    παράδειγμα  He scored the winning goal just seconds before the final whistle.
    Έβαλε το νικητήριο γκολ μόλις λίγα δευτερόλεπτα πριν από το τελευταίο σφύριγμα (από τη λήξη).
ενεστώτας whistle
γ΄ ενικό ενεστώτα whistles
αόριστος whistled
παθητική μετοχή whistled
ενεργητική μετοχή whistling

whistle (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) σφυρίζω, παράγω ήχο με τα σφιγμένα μου χείλη
    παράδειγμα  He walked along whistling a happy song.
    Περπατούσε σφυρίζοντας ένα χαρούμενο τραγούδι.
    παράδειγμα  They whistled at the sight of a beautiful woman.
    Σφύριξαν βλέποντας μία ωραία γυναίκα.
    παράδειγμα  He whistled for/at me to stop.
    Μου σφύριξε να σταματήσω.
  2. (αμετάβατο) σφυρίζω με σφυρίχτρα
    παράδειγμα  The referee whistled for a foul/the end of the first half.
    Ο διαιτητής σφύριζε φάουλ/το τέλος του α' ημιχρόνου.
  3. (αμετάβατο) σφυρίζω, για οποιονδήποτε ήχο, παρόμοιο με το σφύριγμα, που παράγεται όταν ο αέρας περνάει με ταχύτητα
    παράδειγμα  The wind was whistling outside.
    Ο αέρας σφύριζε έξω.
    παράδειγμα  The bullets whistled by him.
    Οι σφαίρες σφύριζαν πλάι του.
    παράδειγμα  The kettle was whistling on the stove.
    Η χύτρα σφύριζε πάνω στην κουζίνα.
    παράδειγμα  The microphone made a strange whistling sound.
    Το μικρόφωνο έκανε έναν παράξενο σφυριχτό ήχο.