whistle
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| whistle | whistles |
whistle (en)
- η σφυρίχτρα
The referee finally blew the whistle to stop the game.
- Ο διαιτητής επιτέλους σφύριξε για να σταματήσει το παιχνίδι.
- ο ήχος του σφυρίγματος
He scored the winning goal just seconds before the final whistle.
- Έβαλε το νικητήριο γκολ μόλις λίγα δευτερόλεπτα πριν από το τελευταίο σφύριγμα (από τη λήξη).
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | whistle |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | whistles |
| αόριστος | whistled |
| παθητική μετοχή | whistled |
| ενεργητική μετοχή | whistling |
whistle (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) σφυρίζω, παράγω ήχο με τα σφιγμένα μου χείλη
He walked along whistling a happy song.
- Περπατούσε σφυρίζοντας ένα χαρούμενο τραγούδι.
They whistled at the sight of a beautiful woman.
- Σφύριξαν βλέποντας μία ωραία γυναίκα.
He whistled for/at me to stop.
- Μου σφύριξε να σταματήσω.
- (αμετάβατο) σφυρίζω με σφυρίχτρα
The referee whistled for a foul/the end of the first half.
- Ο διαιτητής σφύριζε φάουλ/το τέλος του α' ημιχρόνου.
- (αμετάβατο) σφυρίζω, για οποιονδήποτε ήχο, παρόμοιο με το σφύριγμα, που παράγεται όταν ο αέρας περνάει με ταχύτητα
The wind was whistling outside.
- Ο αέρας σφύριζε έξω.
The bullets whistled by him.
- Οι σφαίρες σφύριζαν πλάι του.
The kettle was whistling on the stove.
- Η χύτρα σφύριζε πάνω στην κουζίνα.
The microphone made a strange whistling sound.
- Το μικρόφωνο έκανε έναν παράξενο σφυριχτό ήχο.