Μετάβαση στο περιεχόμενο

coït

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
coït coïts

coït (fr) αρσενικό