Μετάβαση στο περιεχόμενο

comparse

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
comparse comparses

comparse (fr) αρσενικό ή θηλυκό