κομπάρσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κομπάρσος οι κομπάρσοι
      γενική του κομπάρσου των κομπάρσων
    αιτιατική τον κομπάρσο τους κομπάρσους
     κλητική κομπάρσε κομπάρσοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κομπάρσος < ιταλική comparsa < comparire < λατινικά compareo < com + pareo

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κομπάρσος αρσενικό (& θηλυκό: κομπάρσα)

  1. βοηθητικός ηθοποιός, που λέει ελάχιστα ή καθόλου λόγια
  2. (μεταφορικά) που δεν έχει σημαντικό ρόλο σε μία εξέλιξη

Μεταφράσεις[επεξεργασία]