extra

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: extra-

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

extra (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
extra extras

extra (fr) αρσενικό

  1. κάτι το πρόσθετο, που δεν έχει προβλεφτεί
  2. υπηρέτης και γενικότερα μέλος του προσωπικού που προσλαμβάνεται προσωρινά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Λατινικά (la) [επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

extra < extera < exter < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *h₁eǵʰs-tero- < *h₁eǵʰs < *eḱs (έξω)