απίστευτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απίστευτος < α- στερητικό + πιστεύω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈpis.tɛf.tɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

απίστευτος -η -ο

  • που είναι αδύνατον να πιστέψει κανείς ότι είναι αληθινός, εκπληκτικός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]