Μετάβαση στο περιεχόμενο

concorde

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
concorde concordes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

concorde (fr) θηλυκό