Μετάβαση στο περιεχόμενο

conductivité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
conductivité conductivités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

conductivité (fr) θηλυκό