consoante

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

consoante < από το λατινικό consonante
ενικός πληθυντικός
consoante consoantes

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

consoante (pt)

  1. το σύμφωνο της γραμματικής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

consoante (pt)

  1. σχετικός με τα σύμφωνα
  2. ....