Μετάβαση στο περιεχόμενο

consoante

Από Βικιλεξικό

Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
consoante < από το λατινικό consonante
ενικός πληθυντικός
consoante consoantes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

consoante (pt)

  1. το σύμφωνο της γραμματικής

Επίθετο

[επεξεργασία]

consoante (pt)

  1. σχετικός με τα σύμφωνα
  2. ....