contré

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: contre, contre-

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Μετοχή[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό contré contrés
θηλυκό contrée contrées

contré (fr)

  • δείτε τη λέξη contrer