contratto
Εμφάνιση
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- contratto < λατινική contractus
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| contratto | contratti |
contratto (it)
- η σύμβαση
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| contratto | contratti |
contratto (it)