contributoire

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
contributoire contributoires

contributoire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. σχετικός με μια συνεισφορά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]