contributoire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
contributoire contributoires

contributoire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. σχετικός με μια συνεισφορά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]