coopératif

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό coopératif coopératifs
θηλυκό coopérative coopératives

coopératif (fr) αρσενικό

  1. συνεταιριστικός
    Le système coopératif. Το συνεταιριστικό σύστημα.
    Une société coopérative. Μια συνεταιριστική οικονομία.
  2. (από την αγγλική) συνεργάσιμος
    Le cambrioleur que la police a arrêté s'est montré très coopératif. Ο διαρρήκτης που η αστυνομία συνέλαβε αποδείχτηκε πολύ συνεργάσιμος.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: coopérer