Μετάβαση στο περιεχόμενο

correio

Από Βικιλεξικό

Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
correio correios

correio (pt) αρσενικό

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
Χρησιμοποιείται κυρίως στον πληθυντικό: os correios