ταχυδρομείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ταχυδρομείο τα ταχυδρομεία
      γενική του ταχυδρομείου των ταχυδρομείων
    αιτιατική το ταχυδρομείο τα ταχυδρομεία
     κλητική ταχυδρομείο ταχυδρομεία
όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταχυδρομείο < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταχυδρομείο ουδέτερο

  1. (και στον πληθυντικό) η κρατική ή δημόσια υπηρεσία που παραλαμβάνει, μεταφέρει και παραδίδει επιστολές και δέματα
  2. το κτήριο που στεγάζει αυτήν την υπηρεσία
  3. η αλληλογραφία ή τα δέματα που παραλαμβάνουμε ή αποστέλλουμε

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]