δέμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: δέμας

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δέμα τα δέματα
      γενική του δέματος των δεμάτων
    αιτιατική το δέμα τα δέματα
     κλητική δέμα δέματα
όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δέμα < ελληνιστική κοινή δέμα < αρχαία ελληνική δέω (δένω)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈðe.ma/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δέμα ουδέτερο

Παράδειγμα:Σήμερα,ο ταχυδρόμος μού έφερε ένα δέμα. Στο ταχυδρομείο υπάρχει τμήμα που ασχολείται με τα δέματα.

Υποκοριστικά[επεξεργασία]

Μεγεθυντικά[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]