δέμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : δέμας

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δέμα δέματα
γενική δέματος δεμάτων
αιτιατική δέμα δέματα
κλητική δέμα δέματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δέμα < ελληνιστική κοινή δέμα < αρχαία ελληνική δέω (δένω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈðε.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δέμα ουδέτερο

Παράδειγμα:Σήμερα,ο ταχυδρόμος μού έφερε ένα δέμα. Στο ταχυδρομείο υπάρχει τμήμα που ασχολείται με τα δέματα.

Nuvola apps noatun.png Υποκοριστικά[επεξεργασία]

μεγεθυντικό[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]