Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]


ΔΦΑ : /ˈpækɪdʒ/
ήχος (ΗΠΑ) 


package (en)

  1. δέμα, πακέτο (πράγματα τυλιγμένα με χαρτί ή βαλμένα σε κουτί)
    the UPS guy tried to deliver a package but you weren't here to sign for it, he left a pick-up slip
  2. πακέτο (σύνολο πραγμάτων, πχ. μέτρων)
    Congress is supposed to vote on the health care package before the end of the month
  3. (ευφημισμός) τα ανδρικά γεννητικά όργανα, πράμα
    Brandon is extremely well-endowed and they don't want it up on the big screen. We may be forced to erase his package with digital effects. (The Sun, Brandon's Supermanhood, 12 Δεκεμβρίου 2005)
  4. (λογισμικό) πακέτο λογισμικού


package (en)

  1. ετοιμάζω δέμα, πακετάρω
  2. ...

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • package στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια