Μετάβαση στο περιεχόμενο

coscénariste

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
coscénariste < co- + scénariste

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
coscénariste coscénaristes

coscénariste (fr) αρσενικό ή θηλυκό