courgette

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

courgette (en)

Συνώνυμα[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

courgette 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

courgette (fr) θηλυκό (πληθυντικός courgettes)