crédit-bail

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

crédit-bailδείτε τις λέξεις: crédit και bail

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

crédit-bail (fr) αρσενικό

  1. (οικονομία) είδος δανείου στο τέλος του οποίου ο δανειζόμενος μπορεί να γίνει κάτοχος του αγαθού

Συνώνυμα[επεξεργασία]