Μετάβαση στο περιεχόμενο

croche

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
croche croches

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

croche (fr) θηλυκό