crunch

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

crunch (en)

  1. κριτσανίζω
  2. υπολογίζω, επεξεργάζομαι (για αριθμούς και στοιχεία)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

crunch (en)

  1. το κριτσάνισμα (ο ήχος)
  2. η κρίση, κρίσιμο σημείο
    credit crunch
  3. η άσκηση για τους κοιλιακούς (sit-up) όπου το κατώτερο τμήμα της πλάτης δεν απομακρύνεται από το έδαφος