cuckoo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

cuckoo (en)

  1. (οικείο) τρελός, μουρλός


Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cuckoo (en)

  1. ο κούκος (το πουλί)