częściowo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʧ̑ɛ̃w̃ɕˈʨ̑ɔvɔ/
Ήχος 

Επίρρημα[επεξεργασία]

częściowo (pl)

  1. μερικά, μερικώς
    to jest częściowo zepsuty - (αυτό) είναι μερικώς χαλασμένο
  2. τμηματικά/τμηματικώς

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη  część (pl)