décor
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| décor | décors |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- décor < (λόγιο δάνειο) λατινική decor < τριτοπρόσωπο ρήμα decet
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: ντεκόρ
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]décor (fr) αρσενικό
- η διακόσμηση, το ντεκόρ, το σκηνικό, ο διάκοσμος
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- décor - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- décor - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé