Μετάβαση στο περιεχόμενο

décor

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: decor

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
décor décors

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
décor < (λόγιο δάνειο) λατινική decor < τριτοπρόσωπο ρήμα decet
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: ντεκόρ

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /de.kɔʁ/
 
ομόηχο: décors

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

décor (fr) αρσενικό

Παράγωγα

[επεξεργασία]