défilage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

défilage < défiler

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
défilage défilages

défilage (fr) αρσενικό

  1. μέρος της παραγωγής χαρτιού, πρόκειται για την διαδικασία κατά την οποία μετατρέπονται κομμάτια υφασμάτων σε κλωστές

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]