długi

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈdwuɟi/
długi 

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

długi (pl)

  1. μακρύς (σε μήκος ή χρόνο)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]