dadi

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
dado dadi

dadi (it)