dado

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
dado dadi

dado (it) αρσενικό

  1. το ζάρι, κύβος
  2. (γαστρονομία) κύβοι κρέατος



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
dado dados

dado (pt) αρσενικό

  1. το δεδομένο