de facto

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Πολυλεκτικό επίρρημαOpen book 01.svg Πολυλεκτικό επίθετο[επεξεργασία]

  1. στην πραγματικότητα
  2. κατ' ουσίαν, πρακτικά

Open book 01.svg Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

  1. (μεταφορικά) για άτομο που συμβιώνει χωρίς γάμο με το ταίρι του (για σοβαρή σχέση συνήθως)

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

de facto < de + facto

Open book 01.svg Έκφραση[επεξεργασία]

de facto

  • έχει χρήση τροπικού επιρρήματος και πήγασε από τη νομική ορολογία για να δείξει κάτι που επιβάλλεται στην πράξη, αλλά δεν είναι απαραίτητα και δίκαιο ή ορθό ή επίσημο. Συχνά αντιδιαστέλλεται προς την επίσης λατινικής προέλευσης φράση "de jure", που σημαίνει εκείνο που απορρέει εκ του νόμου και είναι το επίσημο ή θεωρητικά ορθό.
η χώρα ανεξαρτητοποιήθηκε de facto αλλά, αν δεν αναγνωρισθεί από μερικές ακόμα χώρες de jure, δεν μπορεί να ενταχθεί στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]