Μετάβαση στο περιεχόμενο

decide

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: deicide

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας decide
γ΄ ενικό ενεστώτα decides
αόριστος decided
παθητική μετοχή decided
ενεργητική μετοχή deciding

decide (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) αποφασίζω, σκέφτομαι προσεκτικά τις διάφορες δυνατότητες που είναι διαθέσιμες και επιλέγω μία από αυτές
    παράδειγμα  She hasn’t decided yet which career path she will follow.
    Δεν αποφάσισε ακόμη ποιο επάγγελμα θα ακολουθήσει.
    παράδειγμα  He decided to get married.
    Αποφάσισε να παντρευτεί.
    παράδειγμα  Finally decide, are you leaving or staying?
    Επιτέλους αποφάσισε, θα φύγεις ή θα μείνεις;
    παράδειγμα  I have not decided what I will do/where I will go.
    Δεν αποφάσισα τι θα κάνω/πού θα πάω.
    παράδειγμα  He is a person who doesn’t decide easily.
    Είναι άνθρωπος που δεν αποφασίζει εύκολα.
  2. (μεταβατικό & αμετάβατο, νομικός όρος) αποφασίζω, εκδίδω δικαστική απόφαση
    παράδειγμα  The court decided on convicting the defendant.
    Το δικαστήριο αποφάσισε την καταδίκη του κατηγορουμένου.
    παράδειγμα  The court decided in favor of the defendant’s innocence./The court decided for the defendant’s innocence.
    Το δικαστήριο αποφάσισε υπέρ της αθωότητας του κατηγορουμένου.
    παράδειγμα  It is always possible that the judge may decide against you.
    Είναι πάντα πιθανό ο δικαστής να αποφασίσει εναντίον σου.
  3. (μεταβατικό και αμετάβατο) αποφασίζω, κανονίζω, καθορίζω ή επιβάλλω αυτό που πρέπει να γίνει· επηρεάζω το αποτέλεσμα κάτι
    παράδειγμα  The officer decides and the soldier executes.
    Ο αξιωματικός αποφασίζει και ο στρατιώτης εκτελεί.
    παράδειγμα  His mother is very oppressive, she decides how he will dress, where he will go, what he will do in his life.
    Η μητέρα του είναι πολύ καταπιεστική, αυτή κανονίζει πώς θα ντυθεί, πού θα πάει, τι θα κάνει στη ζωή του.
    παράδειγμα  A number of factors decide whether a movie will be successful or not.
    Ένας αριθμός παραγόντων καθορίζει αν μια ταινία θα είναι επιτυχημένη ή όχι.
    παράδειγμα  These prices are decided by the manufacturers.
    Αυτές οι τιμές καθορίζονται από τους κατασκευαστές.
     συνώνυμα: determine

Παράγωγα

[επεξεργασία]



Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

decide (ro)