deem

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

deem (en)

  1. κρίνω, εκτιμώ, θεωρώ
    it is deemed necessary - θεωρείται απαραίτητο
    ...you will be deemed to have understood and accepted the terms...
    ...θα θεωρηθεί ότι έχετε κατανοήσει και αποδεχτεί τους όρους...