dentiste

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

dentiste 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
dentiste dentistes

dentiste (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο οδοντίατρος