Μετάβαση στο περιεχόμενο

dilapidation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
dilapidation dilapidations

dilapidation (fr) θηλυκό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]