dimineață

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dimineață (ro) θηλυκό

  1. πρωί, πρωινό

Εκφράσεις[επεξεργασία]