disciplina

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

disciplina (it) θηλυκό

  1. το γνωστικό αντικείμενο



Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

disciplina (la) θηλυκό



Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
disciplina disciplinas

disciplina (pt) θηλυκό

  1. η πειθαρχία