disponibilité

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
disponibilité disponibilités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

disponibilité (fr) θηλυκό