διαθεσιμότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαθεσιμότητα διαθεσιμότητες
γενική διαθεσιμότητας διαθεσιμοτήτων
αιτιατική διαθεσιμότητα διαθεσιμότητες
κλητική διαθεσιμότητα διαθεσιμότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διαθεσιμότητα < διαθέσιμος + -ότητα (μεταφραστικό δάνειο από την (γαλλικά) disponibilité)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

διαθεσιμότητα θηλυκό

  1. η κατάσταση κατά την οποία ένας (δημόσιος) υπάλληλος ή στρατιωτικός έχουν απομακρυνθεί προσωρινά από την υπηρεσία τους για διάφορους λόγους
    Η ομοσπονδία είχε καταγγείλει αμέσως μετά τη δημοσιοποίηση των «πινάκων της ντροπής» την ενέργεια του υπουργείου να προχωρήσει στην υλοποίηση του νόμου για τις διαθεσιμότητες των εκπαιδευτικών πριν ακόμη αυτός συζητηθεί και ψηφιστεί στη Βουλή. (*)
  2. η κατάσταση κατά την οποία ένας αξιωματικός που έχει τραυματιστεί σοβαρά αποστρατεύεται, λαμβάνοντας όμως κανονικά τις αποδοχές και τις προαγωγές του
  3. το να βρίσκεται κάποιος ή κάτι στη διάθεση άλλων, να μπορεί να διατεθεί
    Το αλεύρι είναι το κύριο συστατικό του ψωμιού, το οποίο είναι βασικό τρόφιμο σε πολλές χώρες, και επομένως η διαθεσιμότητα και επάρκεια του αλευριού είναι συχνά ένα σημαντικό οικονομικό και πολιτικό ζήτημα. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]