Μετάβαση στο περιεχόμενο

distributivité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /dis.tʁi.by.ti.vi.te/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
distributivité distributivités

distributivité (fr) θηλυκό