dithering

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dithering (en)

  1. αμφιταλάντευση, αμφιβολία
  2. μικρός κλυδωνισμός (συνήθως διαρκής)
  3. (τεχνολογία) ηθελημένος/σκόπιμος/επιθυμητός λευκός ή άλλου τύπου θόρυβος χαμηλής στάθμης αρχείου ήχου

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

dithering (en)