doctorat

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
doctorat doctorats

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

doctorat < λατινική doctoratus

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

doctorat (fr) αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: docteur